Το ψέμα περί απόδειξης ανθρωποθυσιών στην αρχαία Ελλάδα.


Η Αφροδίτη εμφανίζεται στον Αινεία και εμποδίζει τη θυσία της Ελένης.

                     Το ψέμα περί απόδειξης ανθρωποθυσιών στην αρχαία Ελλάδα

 Η ιδέα ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία στηριζόταν συστηματικά σε ανθρωποθυσίες είναι μια εικόνα που έχει επανέλθει πολλές φορές στη νεότερη εποχή. Συχνά παρουσιάζεται ως αυτονόητο ιστορικό γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες θυσίαζαν ανθρώπους στους θεούς τους και ότι η ελληνική μυθολογία αποτελεί, δήθεν, ανάμνηση μιας τέτοιας καθημερινής ή συχνής πρακτικής. Ωστόσο, η εικόνα αυτή είναι πολύ πιο σύνθετη. Η συντριπτική πλειονότητα των τεκμηριωμένων ελληνικών θυσιών αφορούσε ζώα, κυρίως πρόβατα, αίγες, χοίρους και βοοειδή, ενώ η ανθρωποθυσία εμφανίζεται στη γραμματεία κυρίως ως μυθικό, εξαιρετικό ή σκανδαλώδες γεγονός. Μάλιστα, ο Robert Parker στο Oxford Classical Dictionary συνοψίζει τη θέση ότι η ανθρωποθυσία, σε αντίθεση με τη ζωική θυσία που αποτελούσε τον κανονικό τύπο θυσίας, εμφανίζεται «μόνο σε μύθο και σκανδαλώδεις ιστορίες». 

 Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να αποδείξουμε πως ουδέποτε και πουθενά σκοτώθηκε άνθρωπος σε τελετουργικό πλαίσιο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Μια τέτοια απόλυτη θέση θα ήταν εξίσου αντιεπιστημονική. Υπάρχουν αρχαίες μαρτυρίες που μιλούν για ανθρωποθυσίες, υπάρχουν ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν ερμηνευθεί προς αυτή την κατεύθυνση και υπάρχουν τοπικές παραδόσεις οι οποίες φαίνεται να διασώζουν αναμνήσεις ή ανακατασκευές παλαιότερων τελετουργιών. Το πραγματικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν μπορούμε να αποκλείσουμε κάθε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά αν υπάρχει βάση για την εικόνα μιας συχνής, κανονικής και χαρακτηριστικής πρακτικής της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Για κάτι τέτοιο τα στοιχεία δεν επαρκούν. Η κλασική μελέτη του Dennis D. Hughes, Human Sacrifice in Ancient Greece, επισημαίνει ακριβώς ότι σε πολλές περιπτώσεις οι αρχαιολογικές ερμηνείες έχουν λιγότερο δραματικές εναλλακτικές και ότι αρκετές λογοτεχνικές διηγήσεις είναι μυθικές ή αποτελούν μεταγενέστερη σύγχυση μεταξύ μύθου και ιστορίας. 

 Η ίδια η μυθολογία συχνά παρουσιάζει την ανθρωποθυσία ως κάτι που πρέπει να αποτραπεί

 Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που παραβλέπονται είναι ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική μυθολογία χειρίζεται το θέμα. Σε πολλές ιστορίες, η ανθρωποθυσία δεν αποτελεί φυσιολογική και ευχάριστη θρησκευτική πράξη, αλλά μια αποτρόπαιη κατάσταση την οποία ο ήρωας καλείται να σταματήσει. Ο μύθος δημιουργεί έτσι μια δραματική σύγκρουση: από τη μία βρίσκεται η απαίτηση μιας απειλητικής δύναμης ή μιας λανθασμένης ανθρώπινης απόφασης και από την άλλη ο ήρωας, ο οποίος παρεμβαίνει και σώζει το υποψήφιο θύμα.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ανδρομέδα. Ο Κηφέας, εξαιτίας της συμφοράς που είχε στείλει ο Ποσειδώνας, αναγκάζεται να εκθέσει την κόρη του σε θαλάσσιο τέρας. Η Ανδρομέδα δένεται στον βράχο και προορίζεται να γίνει τροφή του τέρατος, μέχρι που εμφανίζεται ο Περσέας, σκοτώνει το τέρας και την απελευθερώνει. Η αφήγηση του Απολλόδωρου είναι αποκαλυπτική: η κοπέλα δεν παρουσιάζεται ως μια φυσιολογική «προσφορά» που οι άνθρωποι προσφέρουν με χαρά στον θεό, αλλά ως θύμα μιας φοβερής κρίσης, το οποίο ο ήρωας καλείται να σώσει. 

 Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται στην ιστορία της Ησιόνης. Η Τροία έχει πληγεί από θαλάσσιο τέρας και η κόρη του Λαομέδοντα προορίζεται να δοθεί σε αυτό. Ο Ηρακλής παρεμβαίνει και σκοτώνει το τέρας. Η ιστορία παρουσιάζει και εδώ την ανθρώπινη προσφορά ως κατάσταση κρίσης και όχι ως μια καθημερινή θρησκευτική τελετή. Η παράδοση μάλιστα συνδέει άμεσα την ιστορία της Ησιόνης με εκείνη της Ανδρομέδας. 

Παρόμοια είναι και η περίπτωση της Συβάρεως, του τέρατος που τρομοκρατούσε την περιοχή γύρω από την Κρίσα. Σύμφωνα με την παράδοση που διέσωσε ο Αντωνίνος Λιβεράλις, το μαντείο απαιτεί να εκτεθεί ένας νέος στο τέρας. Ο Αλκυονέας επιλέγεται ως θύμα, αλλά ο ήρωας Ευρύβατος παίρνει τη θέση του και σκοτώνει τη Σύβαρη. Η δραματουργική δομή είναι χαρακτηριστική: ένας αθώος νέος οδηγείται στον θάνατο και ένας ήρωας, αντί να αποδεχθεί την «αναγκαιότητα» της θυσίας, προσφέρεται ο ίδιος και εξουδετερώνει την απειλή. 

 Το ίδιο σχήμα συναντούμε και σε άλλους μύθους, όπως εκείνον του Φρίξου και της Έλλης. Ο Φρίξος οδηγείται στο θυσιαστήριο επειδή η Ινώ έχει πείσει τους ανθρώπους ότι η θυσία του θα τερματίσει τον λιμό. Όμως η Νεφέλη επεμβαίνει και σώζει τα παιδιά, δίνοντάς τους τον χρυσόμαλλο κριό. Ο Απολλόδωρος μάλιστα τονίζει ότι ο Φρίξος οδηγήθηκε στο θυσιαστήριο επειδή οι κάτοικοι πίεζαν τον Αθάμαντα να πραγματοποιήσει τη θυσία. 

 Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιφιγένειας. Στην παράδοση της Αυλίδας, ο Αγαμέμνονας πληροφορείται ότι η Άρτεμις απαιτεί τη θυσία της κόρης του για να σταματήσουν οι άνεμοι και να μπορέσει ο ελληνικός στόλος να ταξιδέψει προς την Τροία. Ο Ευριπίδης παρουσιάζει την Ιφιγένεια ως θύμα μιας φοβερής απόφασης, ενώ σε άλλες παραδόσεις η Άρτεμις τελικά τη σώζει και αντικαθιστά το κορίτσι με ζώο. 

 Επομένως, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε το επαναλαμβανόμενο μοτίβο: ο ήρωας δεν δοξάζεται επειδή θυσιάζει έναν άνθρωπο, αλλά επειδή αποτρέπει τον θάνατό του. Ο Περσέας σώζει την Ανδρομέδα, ο Ηρακλής την Ησιόνη, ο Ευρύβατος τον Αλκυονέα, η Νεφέλη τον Φρίξο και την Έλλη, ενώ στην παράδοση της Ιφιγένειας η ίδια η Άρτεμις μπορεί να εμποδίσει την ανθρωποθυσία. Αυτό δεν αποτελεί από μόνο του «απόδειξη» μιας συγκεκριμένης ιστορικής ηθικής, αλλά είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό μοτίβο της ελληνικής μυθοπλασίας.

 Ο Λυκάων: η ανθρωποθυσία ως ύβρις και η θεϊκή τιμωρία

Ακόμη πιο σαφής είναι η περίπτωση του Λυκάονα. Ο μύθος δεν παρουσιάζει την ανθρωποθυσία ως κάτι που ο θεός επιθυμεί και επιδοκιμάζει. Αντίθετα, ο Λυκάων διαπράττει μια πράξη ακραίας ασέβειας απέναντι στον Δία. Στον Απολλόδωρο, ο Λυκάων και οι γιοι του σφάζουν ένα παιδί και ανακατεύουν τα σπλάχνα του με το φαγητό που προσφέρουν στον θεό. Ο Δίας αηδιάζει, ανατρέπει το τραπέζι και τιμωρεί τους ενόχους. 

 Ο Παυσανίας δίνει διαφορετική εκδοχή: ο Λυκάων θυσιάζει ένα βρέφος στον Λύκαιο Δία και αμέσως μεταμορφώνεται σε λύκο. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Παυσανίας συγκρίνει τον Λυκάονα με τον Κέκροπα: σύμφωνα με την παράδοση που παραθέτει, ο Κέκροπας αρνιόταν να θυσιάζει έμψυχα όντα και προσέφερε στον Δία πλακούντες, ενώ ο Λυκάων προχώρησε στη θυσία ανθρώπου. Η μυθολογική αντιπαράθεση είναι επομένως ξεκάθαρη: η ανθρωποθυσία παρουσιάζεται ως ακραία ασέβεια και όχι ως πρότυπο ευσεβούς συμπεριφοράς. 

 Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι ακόμη και στην περίπτωση του Λυκάονα —μια από τις πιο σκοτεινές ιστορίες της ελληνικής μυθολογίας— το μήνυμα δεν είναι «ο θεός χαίρεται με το ανθρώπινο αίμα». Το αντίθετο: ο θεός αντιδρά με φρίκη και τιμωρεί τον άνθρωπο που διέπραξε την πράξη. Ο μύθος λειτουργεί έτσι ως ιστορία παραβίασης των ορίων της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

 Η ανθρωποθυσία ως τραγικό και ακραίο όριο

Αυτό εξηγεί και γιατί οι ανθρωποθυσίες εμφανίζονται τόσο έντονα στη μυθολογία. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι οι Έλληνες τις θεωρούσαν καθημερινές για να καταλάβουμε γιατί οι ποιητές τις χρησιμοποιούσαν. Ακριβώς επειδή ο φόνος ενός ανθρώπου στο πλαίσιο μιας θυσίας ήταν η πιο ακραία και φρικτή μορφή τελετουργικής βίας, μπορούσε να αποτελέσει εξαιρετικό υλικό για τραγωδία, ηρωισμό και ηθική σύγκρουση.

 Η Ιφιγένεια είναι τραγική ακριβώς επειδή τίθεται το ερώτημα μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας πατέρας και ένας στρατιωτικός ηγέτης για χάρη ενός πολέμου. Ο Φρίξος είναι τραγικός επειδή ένα παιδί κινδυνεύει εξαιτίας μιας ψεύτικης θρησκευτικής δικαιολογίας. Ο Λυκάων είναι αποτρόπαιος επειδή παραβιάζει τα όρια της φιλοξενίας και της ανθρώπινης φύσης. Η Ανδρομέδα και η Ησιόνη δημιουργούν την ηρωική στιγμή κατά την οποία ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με το τέρας και εμποδίζει τον θάνατο του αθώου.

 Με άλλα λόγια, η συχνότητα της ανθρωποθυσίας στη μυθολογία δεν πρέπει να συγχέεται με τη συχνότητα της ανθρωποθυσίας στην πραγματική ζωή. Η μυθολογία μπορεί να επαναλαμβάνει ένα θέμα ακριβώς επειδή αυτό το θέμα προκαλεί τρόμο, συγκίνηση και δραματική ένταση.

 Τι μας λέει η αρχαιολογία;

 Το αρχαιολογικό ζήτημα είναι πολύ πιο δύσκολο από όσο συχνά παρουσιάζεται. Είναι αλήθεια ότι έχουν βρεθεί ανθρώπινα οστά σε ορισμένα τελετουργικά ή οικιστικά περιβάλλοντα του Αιγαίου και ότι σε μερικές περιπτώσεις έχουν προταθεί ερμηνείες περί ανθρωποθυσίας. Όμως το να βρεθεί ένας ανθρώπινος σκελετός κοντά σε έναν βωμό ή σε ένα ιερό δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι το άτομο θυσιάστηκε. Πρέπει να αποδειχθεί ο τρόπος θανάτου, η χρονική σχέση του θανάτου με την τελετουργία, η φύση του χώρου, η κατάσταση των οστών και, κυρίως, να αποκλειστούν άλλες πιθανές ερμηνείες.

 Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι η Ανεμόσπηλια στην Κρήτη. Οι ανασκαφείς ερμήνευσαν τα ευρήματα ως ανθρωποθυσία που διακόπηκε από σεισμό. Η ερμηνεία αυτή όμως έχει αμφισβητηθεί έντονα. Έχουν επισημανθεί προβλήματα σχετικά με το αν το κτίριο ήταν πράγματι ναός, αν η υποτιθέμενη «τράπεζα» ήταν βωμός και αν το αντικείμενο που βρέθηκε πάνω στο σώμα ήταν πράγματι φονικό όργανο ή μπορούσε να είχε πέσει από την κατασκευή κατά την κατάρρευση. Εναλλακτικές ερμηνείες έχουν προτείνει ακόμη ότι πρόκειται για διαδικασία ταφής ή προετοιμασίας νεκρού που διακόπηκε από τον σεισμό. 

 Η περίπτωση αυτή δείχνει πόσο εύκολα ένα δραματικό αρχαιολογικό εύρημα μπορεί να μετατραπεί σε εντυπωσιακή ιστορία. Δεν σημαίνει ότι η ερμηνεία της ανθρωποθυσίας είναι αδύνατη· σημαίνει ότι δεν είναι αυτονόητη.

 Παρόμοια συζήτηση υπάρχει για τα ανθρώπινα οστά στην Κνωσό και για άλλες θέσεις της Μινωικής και Μυκηναϊκής Κρήτης και Ελλάδας. Ο Hughes, εξετάζοντας συστηματικά αυτές τις περιπτώσεις, διαπίστωσε ότι πολλές από τις υποτιθέμενες αρχαιολογικές αποδείξεις είναι αμφίβολες και ότι συχνά υπάρχουν λιγότερο εντυπωσιακές ερμηνείες, όπως ταφικές πρακτικές, αναταφές, βίαιοι θάνατοι ή καταστροφές. 

  Ακόμη και στο Όρος Λύκαιον, όπου οι αρχαίες πηγές είναι ιδιαίτερα επίμονες σχετικά με ανθρωποθυσίες στον βωμό του Λυκαίου Δία, η αρχαιολογία δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι το ανθρώπινο θύμα που συνδέεται με τον χώρο ήταν πράγματι θυσιασμένο. Η επίσημη ερευνητική ομάδα του χώρου σημειώνει ότι ο βωμός αποτελείται από παχύ στρώμα στάχτης από επανειλημμένες ζωικές θυσίες και ότι δεν υπάρχουν αρχαιολογικά αποτελέσματα που να επιβεβαιώνουν την ανθρωποθυσία. Ένας ανθρώπινος σκελετός που βρέθηκε στον βωμό έχει προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά η ίδια η ανασκαφική έρευνα έχει επισημάνει ότι παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα. 

Επομένως, το σωστό συμπέρασμα δεν είναι «η αρχαιολογία απέδειξε ότι δεν υπήρξε ποτέ ανθρωποθυσία». Το σωστό συμπέρασμα είναι πολύ πιο ακριβές: η αρχαιολογία δεν έχει αποδείξει με βεβαιότητα ότι η ανθρωποθυσία αποτελούσε συστηματική και διαδεδομένη πρακτική της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, ενώ αρκετά από τα υποτιθέμενα παραδείγματα παραμένουν αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής διαφωνίας.

 Η περίπτωση της Σαλαμίνας και ο Θεμιστοκλής

 Ένα εξαιρετικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο μια δραματική αφήγηση μπορεί να μετατραπεί σε «ιστορικό γεγονός» είναι η υποτιθέμενη ανθρωποθυσία πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

 Ο Πλούταρχος, στη Βιογραφία του Θεμιστοκλή, διηγείται ότι ο Θεμιστοκλής πραγματοποιούσε την κανονική θυσία πριν από τη μάχη όταν του έφεραν τρεις Πέρσες αιχμαλώτους. Ο μάντης Ευφραντίδης υποτίθεται ότι ερμήνευσε ορισμένα σημάδια ως εντολή να θυσιαστούν οι τρεις νέοι στον Διόνυσο Ωμηστή. Ο Πλούταρχος μάλιστα παρουσιάζει τον ίδιο τον Θεμιστοκλή τρομοκρατημένο από την «τερατώδη» αυτή προφητεία, ενώ το πλήθος τον ανάγκασε τελικά να πραγματοποιήσει τη θυσία. 

Το σημαντικό όμως είναι ότι η ιστορία αυτή δεν υπάρχει στην αφήγηση του Ηροδότου για τη Σαλαμίνα. Ο Ηρόδοτος περιγράφει λεπτομερώς τη στρατηγική του Θεμιστοκλή, τις διαβουλεύσεις των Ελλήνων, τα σημεία και τους χρησμούς, την προετοιμασία της μάχης και τη σύγκρουση, χωρίς να αναφέρει τη συγκεκριμένη ανθρωποθυσία. 

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι σύγχρονη φιλολογική έρευνα έχει επισημάνει προβλήματα στη διήγηση του Πλουτάρχου: η χρονολογία και η ταυτότητα των υποτιθέμενων αιχμαλώτων παρουσιάζουν δυσκολίες σε σχέση με τις αρχαιότερες αφηγήσεις του Αισχύλου και του Ηροδότου, ενώ και η επίκληση του Διονύσου Ωμηστή δημιουργεί προβλήματα για την αθηναϊκή παράδοση. Έτσι έχει υποστηριχθεί ότι η ιστορία πιθανότατα δεν συνέβη και αποτελεί μεταγενέστερη δραματοποιημένη αφήγηση. 

Το παράδειγμα είναι διδακτικό: έχουμε έναν μεταγενέστερο συγγραφέα που διηγείται ένα εξαιρετικά δραματικό περιστατικό, ενώ η σημαντικότερη παλαιότερη αφήγηση της ίδιας μάχης δεν το γνωρίζει. Δεν είναι λοιπόν σωστό να λέμε απλά: «Ο Θεμιστοκλής έκανε ανθρωποθυσία στη Σαλαμίνα».

 Οι αρχαίοι συγγραφείς και οι κατηγορίες περί βαρβαρότητας

 Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη τον χαρακτήρα της αρχαίας γραμματείας. Οι Έλληνες συγγραφείς δεν ήταν σύγχρονοι ιστορικοί με την έννοια που χρησιμοποιούμε σήμερα τον όρο. Έγραφαν ιστορία, μύθο, τραγωδία, εθνογραφία, φιλοσοφία και πολεμική ρητορική. Η κατηγορία ότι κάποιοι άλλοι άνθρωποι ή κάποιοι άλλοι λαοί διέπρατταν ακραίες θρησκευτικές πράξεις μπορούσε να λειτουργήσει ως τρόπος κατασκευής της εικόνας του «βάρβαρου».

 Αυτό όμως πρέπει να διατυπωθεί προσεκτικά. Δεν είναι σωστό να υποστηριχθεί ότι οι περισσότερες αρχαίες αναφορές σε ανθρωποθυσίες προέρχονται αποκλειστικά από Έλληνες που ήθελαν να συκοφαντήσουν εχθρικές ελληνικές πόλεις. Η αρχαία γραμματεία είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι Έλληνες συγγραφείς αναφέρουν ανθρωποθυσίες σε μυθικές ιστορίες, σε ξένους λαούς, σε παλαιότερες εποχές αλλά και σε ελληνικά ιερά. Ορισμένες από αυτές τις αναφορές μπορεί να είναι πολεμικές ή εθνογραφικές υπερβολές, άλλες μυθολογικές και άλλες να βασίζονται σε πραγματικές, αλλά εξαιρετικές, πρακτικές.

 Η γενικότερη όμως λειτουργία της ανθρωποθυσίας ως κατηγορίας «βαρβαρότητας» είναι πραγματική. Η σύγχρονη έρευνα για την αρχαία θυσία έχει δείξει ότι οι κατηγορίες περί ανθρωποθυσίας αποτελούσαν σημαντικό μέρος αρχαίων πολεμικών και θρησκευτικών αντιπαραθέσεων. 

Η χριστιανική πολεμική

 Το ίδιο ζήτημα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο κατά την ύστερη αρχαιότητα. Οι χριστιανοί απολογητές αντιπαρατέθηκαν έντονα με τις παραδοσιακές θρησκείες και χρησιμοποίησαν την ανθρωποθυσία ως ένα από τα επιχειρήματα εναντίον των παγανιστικών λατρειών. Η χριστιανική πολεμική τόνιζε ότι η νέα θρησκεία απέρριπτε τις αιματηρές θυσίες και αντιπαρέθετε σε αυτές μια διαφορετική αντίληψη περί πνευματικής θυσίας. Η σχετική έρευνα δείχνει ότι οι κατηγορίες περί ανθρωποθυσίας αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς τόπους της αρχαίας χριστιανικής πολεμικής για τη θυσία. 

 Είναι όμως εξίσου σημαντικό να μην αντιστρέψουμε το λάθος και να θεωρήσουμε ότι όλα όσα έγραψαν οι χριστιανοί για τις αρχαίες θυσίες ήταν επινοημένα. Υπήρχαν πραγματικές αρχαίες τελετουργίες, πραγματικές ζωικές θυσίες και πραγματικές παραδόσεις σχετικά με ακραίες τελετουργικές πράξεις. Το ζήτημα είναι ότι η πολεμική λογοτεχνία είχε κίνητρο να παρουσιάσει τη θρησκεία του αντιπάλου με τον πιο αποκρουστικό τρόπο. Επιπλέον, η χριστιανική και η παγανιστική πλευρά αλληλοκατηγορούνταν σε ορισμένες περιπτώσεις για τελετουργική ανθρωποφαγία ή ανθρωποθυσία, γεγονός που δείχνει ότι το θέμα αποτελούσε γενικότερο εργαλείο θρησκευτικής αντιπαράθεσης. 

 Άρα, οι ύστερες χριστιανικές μαρτυρίες πρέπει να εξετάζονται με την ίδια κριτική προσοχή όπως και οι αρχαιότερες. Δεν απορρίπτονται αυτομάτως, αλλά ούτε και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως φωτογραφική απεικόνιση της ελληνικής θρησκευτικής ζωής.

 Η παράδοση του Λυκούργου και η κατάργηση της ανθρωποθυσίας

 Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδέας ότι μια παλαιότερη αιματηρή πρακτική μπορούσε να αντικατασταθεί από μια ηπιότερη τελετουργία βρίσκεται στη Σπάρτη και στην Άρτεμη Ορθία.

 Ο Παυσανίας διηγείται ότι παλαιότερα, μετά από αιματηρές συγκρούσεις γύρω από τον βωμό της θεάς, ένας χρησμός διέταξε να βαφτεί ο βωμός με ανθρώπινο αίμα και ότι το θύμα επιλεγόταν με κλήρο. Κατά την παράδοση αυτή, ο Λυκούργος αντικατέστησε την ανθρωποθυσία με τον μαστιγωμό των νέων. Έτσι ο βωμός εξακολουθούσε συμβολικά να «δέχεται αίμα», αλλά δεν χρειαζόταν πλέον να θανατώνεται άνθρωπος. 

Η ιστορία αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός σχετικά με τον ίδιο τον Λυκούργο. Η χρονολόγηση και η ιστορικότητα του Λυκούργου είναι περίπλοκα ζητήματα. Αυτό που έχει σημασία για το θέμα μας είναι ότι η σπαρτιατική παράδοση μπορούσε να εξηγεί μια υπαρκτή και σκληρή τελετουργία με έναν μύθο «αντικατάστασης» της ανθρωποθυσίας.

 Η τελετουργία του μαστιγώματος στην Ορθία ήταν πραγματική και κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους είχε εξελιχθεί σε θέαμα αντοχής. Ωστόσο, ακόμη και οι θάνατοι των νέων δεν φαίνεται να ήταν ο κανόνας· σύγχρονη μελέτη έχει υποστηρίξει ότι οι σχετικές αρχαίες μαρτυρίες δεν επιτρέπουν να θεωρηθούν οι θάνατοι συχνό φαινόμενο. 

 Τι πραγματικά μπορούμε να συμπεράνουμε;

 Η πιο λογική εικόνα είναι λοιπόν πολύ διαφορετική από αυτήν που παρουσιάζει την αρχαία Ελλάδα ως έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θυσιάζονταν συστηματικά στους θεούς. Η κανονική μορφή θυσίας στην ελληνική θρησκεία ήταν η ζωική θυσία. Η ανθρωποθυσία, αντίθετα, εμφανίζεται σε μια παράδοση γεμάτη από μύθους, τραγικές ιστορίες, ακραίες πράξεις ύβρεως, ιστορίες ξένων λαών, ηρωικές διασώσεις και διηγήσεις που εξηγούν γιατί μια παλαιότερη πρακτική υποτίθεται ότι καταργήθηκε. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν μια ενιαία και απόλυτη «απαγόρευση» κάθε ανθρώπινης θυσίας. Η ελληνική θρησκεία δεν ήταν ένα ενιαίο σύστημα με ένα κεντρικό ιερατείο και έναν κοινό κώδικα. Υπήρχαν τοπικές παραδόσεις, διαφορετικές θεότητες, διαφορετικά ιερά και διαφορετικές αντιλήψεις. Γι' αυτό πρέπει να αποφεύγουμε τόσο την υπερβολή «οι Έλληνες ποτέ δεν θυσίασαν άνθρωπο» όσο και την αντίθετη υπερβολή «οι Έλληνες θυσίαζαν ανθρώπους στους θεούς τους».

 Οι Τιτάνες και η επικράτηση των Ολυμπίων

 Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρον και ο μύθος της Τιτανομαχίας. Δεν πρέπει βέβαια να παρουσιάσουμε ως αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός ότι οι Έλληνες εννοούσαν συνειδητά την Τιτανομαχία ως «επανάσταση της ανθρωπομορφικής θρησκείας εναντίον της λατρείας της φύσης». Η σύγχρονη έρευνα είναι πολύ πιο επιφυλακτική απέναντι σε τόσο απλά σχήματα. Η παλαιότερη διάκριση μεταξύ «Ολύμπιων» και «χθόνιων» θεών, για παράδειγμα, έχει δεχθεί σημαντική κριτική και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απόλυτο δίπολο. 

Ωστόσο, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα συμβολική ανάγνωση. Στη Θεογονία του Ησιόδου οι Τιτάνες ανήκουν σε μια παλαιότερη γενιά θεών, ενώ ο Δίας και οι Ολύμπιοι εγκαθιδρύουν τη νέα κοσμική τάξη. Η ίδια η αρχαία μυθολογία χρησιμοποιεί συχνά τους παλαιότερους θεούς για να εξηγήσει γιατί ο κόσμος του παρόντος είναι διαφορετικός από τον πρωταρχικό κόσμο. Η σύγχρονη έρευνα παρατηρεί ότι η ύπαρξη μιας «παλαιότερης γενιάς θεών» βοηθά μυθολογικά να οριστεί η σημερινή τάξη του κόσμου. 

Ο Κρόνος αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Φοβούμενος ότι τα παιδιά του θα τον εκθρονίσουν, τα καταπίνει μόλις γεννιούνται. Η Ρέα σώζει τον Δία, ο οποίος τελικά απελευθερώνει τα αδέλφια του, ανατρέπει τον Κρόνο και τον εγκλείει στα Τάρταρα. 

Αυτό μπορεί να διαβαστεί συμβολικά ως μετάβαση από έναν αρχέγονο και βίαιο κόσμο σε μια νέα θεϊκή τάξη. Ο Κρόνος δεν είναι απλώς ένας «παλιός θεός»: είναι ο θεός που καταπίνει τα ίδια του τα παιδιά. Ο Δίας, αντίθετα, εγκαθιδρύει μια νέα κοσμική τάξη στην οποία οι θεοί έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, οικογενειακές σχέσεις, νόμους, συγκρούσεις, δικαιοσύνη και πολιτική οργάνωση. Δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι αυτό σημαίνει «κατάργηση της ανθρωποθυσίας», αλλά μπορούμε να το δούμε ως ένα ισχυρό μυθολογικό μοτίβο: η παλαιότερη και χαοτικότερη τάξη νικιέται και αντικαθίσταται από μια νέα τάξη πραγμάτων.

 Συμπέρασμα

 Το μεγαλύτερο λάθος είναι να παίρνουμε κάθε αναφορά σε ανθρωποθυσία από την ελληνική μυθολογία ή γραμματεία και να τη μετατρέπουμε αυτομάτως σε αρχαιολογικά αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός. Ο μύθος της Ανδρομέδας, της Ησιόνης, της Συβάρεως, του Φρίξου, της Ιφιγένειας και του Λυκάονα δεν λειτουργεί ως κατάλογος συνηθισμένων θρησκευτικών πρακτικών. Πολύ συχνά λειτουργεί ακριβώς αντίθετα: η ανθρωποθυσία παρουσιάζεται ως κρίση, ύβρις, συμφορά, τιμωρητέα πράξη ή αποτρόπαιο δίλημμα που πρέπει να ανατραπεί από έναν θεό ή έναν ήρωα.

 Η αρχαιολογία, από την άλλη, έχει δώσει ορισμένα ευρήματα που μπορούν να ερμηνευθούν ως ενδείξεις τελετουργικής θανάτωσης ανθρώπων, αλλά σε πολλές περιπτώσεις η ερμηνεία παραμένει αμφισβητούμενη. Η Ανεμόσπηλια, το Λύκαιον και οι διάφορες θέσεις της Μινωικής και Μυκηναϊκής Κρήτης δείχνουν πόσο δύσκολο είναι να μετατραπεί ένα εύρημα ανθρώπινων οστών σε βέβαιη απόδειξη ανθρωποθυσίας. 

Οι αρχαίες λογοτεχνικές μαρτυρίες πρέπει επίσης να αντιμετωπίζονται με κριτική: άλλες είναι μυθολογικές, άλλες εθνογραφικές, άλλες πολεμικές και άλλες μεταγενέστερες δραματοποιήσεις. Η ιστορία του Θεμιστοκλή στη Σαλαμίνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο διαφορετική μπορεί να είναι μια μεταγενέστερη αφήγηση από τις αρχαιότερες μαρτυρίες. 

Τελικά, η πιο ισορροπημένη θέση είναι ότι δεν διαθέτουμε στοιχεία για να χαρακτηρίσουμε την ανθρωποθυσία ως συχνή ή κανονική πρακτική της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, ενώ η ελληνική μυθολογία συχνά χρησιμοποιεί την ανθρωποθυσία ως το ακριβώς αντίθετο: ως εικόνα της ύψιστης φρίκης, της ύβρεως και της ηθικής εκτροπής, ή ως το δραματικό όριο το οποίο ένας ήρωας καλείται να ξεπεράσει. Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο: στις ιστορίες όπου ένας άνθρωπος οδηγείται στον βωμό, πολύ συχνά η κορυφαία στιγμή της αφήγησης δεν είναι η θυσία, αλλά η αποτροπή της.

 Έτσι, αντί να βλέπουμε την ελληνική μυθολογία ως «απόδειξη» ότι οι Έλληνες θυσίαζαν συστηματικά ανθρώπους, μπορούμε να τη διαβάσουμε ως έναν τεράστιο μυθολογικό καθρέφτη στον οποίο οι ίδιοι οι Έλληνες έθεσαν το ερώτημα των ορίων της θρησκευτικής βίας: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος για να εξευμενίσει έναν θεό, έναν χρησμό, μια κοινότητα ή μια ανάγκη; Και ξανά και ξανά, η ελληνική μυθολογία απαντά με τον πιο δραματικό τρόπο: όταν ο άνθρωπος ξεπερνά αυτό το όριο, έρχεται η τιμωρία, η παρέμβαση του θεού ή η εμφάνιση του ήρωα που σταματά το έγκλημα.


 

Comments

Popular posts from this blog

JEAN-MICHEL TROGNEUX (ψευδώνυμο brigitte macron)

Η Βίβλος ζητά από τους σκλάβους να σέβονται τους κυρίους τους.

Χριστιανικοί Αναθεματισμοί Κατά των Ελλήνων