Καί ἄν ἀλλάξεις γνώμη θά χαρῶ πολύ, 'Αλλιῶς, ἔχεις πεθάνει.
75. Γι' αὐτό ἀκριβῶς καί ὁ
Λῦσις ἐπιπλήττοντας κάποιον Ιππαρχο, ἐπειδή ἀνακοίνωσε τά διδασκόμενα σέ
ἀνίδεους καί χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με παιδεία καί θεωρία (γνώσεις) εἶπε:
«Λέγεται πώς ἐσύ καί δημόσια φιλοσοφεῖς μέ ὅποιο βρεις στο δρόμο σου, πράγμα
πού ὁ Πυθαγόρας τό κατέκρινε, καθώς τό ἔμαθες, Ιππαρχε, ἀλλά μέ ζῆλο δέν τό
τήρησες, ὅταν γεύτηκες ἀγαπητέ τή σικελιανή πολυτέλεια, στην ὁποία εσύ δέν
ἔπρεπε νά ὑποκύψεις. Καί ἄν ἀλλάξεις γνώμη θά χαρῶ πολύ, 'Αλλιῶς, ἔχεις
πεθάνει. Να θυμᾶσαι λοιπόν, εἶπε, πώς εἶναι ὅσιο τά θεῖα καί ἀνθρώπινα
παραγγέλματα ἐκείνου νά φυλᾶς καί νά μήν κάνεις κοινά τά ἀγαθά τῆς φιλοσοφίας
σ' αὐτούς, πού οὔτε στ' ὄνειρό τους δέν καθάρισαν την ψυχή τους. Γιατί δέν
εἶναι δίκαιο να προσφέρονται στούς τυχόντες αὐτά, πού ἀποκτοῦνται μέ δυσκολία,
μετά ἀπό τόσους ἀγῶνες. Οὔτε τά μυστήρια τῶν δύο θεῶν (θεαινῶν) τῆς Ἐλευσίνας
νά τά ἐκμυστηρεύεσαι σ' ἀμύητους. Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἄδικοι καί ἀσεβεῖς εἶναι ὅσοι
ἔκαναν αὐτά τά δύο).
76. Καί νά στοχάζεσαι καλά
πόσο χρόνο ἔχουμε περάσει μέχρι νά πετάξουμε, ὅσα μιάσματα ἦταν ριζωμένα στά
στήθη μας, ὥσπου νά γίνουμε στο τέλος, μετά από πολλά χρόνια, δεκτικοί στά
λόγια ἐκείνου (τοῦ Πυθαγόρα), ὅπως ἀκριβῶς οἱ βαφεῖς ἀφοῦ προηγουμένως
καθάρισαν, ἔστιψαν (ύστερα) τά βαμμένα φορέματα γιά νά γίνει ἡ βαφή ἀνεξίτηλη
καί ποτέ πιά νά μή χάσει τό χρῶμα της (ξεθωριάσει). Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ
δαιμόνιος ἄνδρας προπαρασκεύαζε τίς ψυχές αὐτῶν, πού ἀγαποῦσαν τή φιλοσοφία,
γιά νά μή διαψευστοῦν οἱ ἐλπίδες του γιά ὅσους ἔλπιζε πώς θά γίνονταν καλοί καί
ἀγαθοί. Γιατί ὁ λόγος του δέν ἦταν οὔτε ψεύτικος, οὔτε παγιδευτικός (δόλιος),
(ὅπως εἶναι ὁ λόγος) μέ τον ὁποῖο οι περισσότεροι σοφιστές μπλέκουν τους νέους,
χωρίς ποτέ νά ἀφιερώνουν τον καιρό τους σε κανένα καλό σκοπό, ἀλλά (δίδασκε)
πράγματα θεϊκά καί ἀνθρώπινα τά ὁποῖα γνώριζε πολύ καλά. Αὐτοί ὅμως, ἀφοῦ εἶχαν
(προφασίστηκαν) σάν προκάλλυμα (μέσο) τή διδασκαλία ἐκείνου πού ἔκανε πολλά καί
φοβερά (θαυμαστά), σαγήνευαν τους νέους δίχως εὐπρέπεια καί ὄχι ὅπως ἔπρεπε).
77. Ἔτσι λοιπόν κάνουν τούς
ἀκροατές κακούς καί αὐθάδεις. Ανακατεύουν δηλαδή μέ ἤθη θολωμένα καί ταραγμένα,
θεωρίες καί λόγους θεϊκούς, ὅπως ἀκριβῶς ὅταν σέ βαθύ πηγάδι γεμάτο βοῦρκο
(ἀκαθαρσίες) χύσει κανείς νερό καθαρό καί ξάστερο. Γιατί καί τό βοῦρκο
ἀναταράζει καί τό νερό τό κάνει θολό. Τόν ἴδιο λοιπόν τρόπο έχουν κι αὐτοί πού
διδάσκουν καί διδάσκονται ἔτσι. Γιατί πυκνοί καί δασεῖς θάμνοι (ἀγριόδεντρα)
φυτρώνουν γύρω ἀπό τό πνεῦμα καί τήν καρδιά αὐτῶν πού δέν τέλεσαν τή μυστική
λατρεία μέ καθαρότητα (δέν μυήθησαν στήν ἐπιστήμη), καί ἐπισκιάζουν κάθε ἥμερο,
ἥσυχο καί λογικό γνώρισμα) τῆς ψυχῆς καί ἐμποδίζουν προφανῶς νά αύξηθεῖ καί νά
ἔρθει στό φῶς (νά ανυψωθεί τό νοητικό (μέρος τῆς ψυχῆς) (ή δύναμη τῆς
ἀντίληψης). Καί πρῶτα θά ὀνομάσω, ἀφοῦ ἔρθω σ' αυτό (τό θέμα), τίς μητέρες
τους, δηλαδή τήν ἀκολασία καί τήν πλεονεξία· καί οι δύο μάλιστα ἔχουν γίνει ἀπό
τή φύση τους πολύτεκνοι.
78. Καί ἀπό τήν ἀκολασία
βέβαια έχουν βλαστήσει γάμοι ἄνομοι καί διαφθορές καί μέθες καί παρά φύσιν
ἡδονές καί μερικές σφοδρές ἐπιθυμίες, πού καταδιώκουν (τούς κατεχομένους ἀπό αὐτά)
μέχρι τά βάραθρα καί τούς γκρεμούς. Γιατί ἤδη οἱ ἐπιθυμίες ἀνάγκασαν καί
μερικούς νά μήν ἀπέχουν οὔτε ἀπό τίς μητέρες, οὔτε ἀπό τίς θυγατέρες καί μάλιστα
νά περιφρονήσουν νόμους καί πολιτείες, ὅπως ὁ τύραννος. Αὐτές λοιπόν ἀφοῦ
σφιχτόδεσαν τούς ἀγκῶνες τους πίσω, ὅπως τόν αἰχμάλωτο, καί ἀφοῦ τούς ὁδήγησαν
μέ βία τούς ἔφτασαν στον μέγιστο όλεθρο. Από την πλεονεξία ἐπίσης γεννιοῦνται
ἁρπαγές, ληστείες, πατροκτονίες, Ιεροσυλίες, δηλητηριάσεις καί ὅσα εἶναι
ἀδέλφια τους. Πρέπει λοιπόν πρώτα το υλικό, μέ τό ὁποῖο τρέφονται αὐτά τά πάθη
με φωτιά καί σίδερο (σπαθί) καί ὅλους τούς τρόπους τῆς παιδείας να καθαρίσουμε
ἐντελῶς καί νά λυτρωθεῖ τό πνεῦμα ἀπό τόσα κακά, καί μετά απ' αυτό μπορεῖ
κανείς μέ τή διδασκαλία νά φυτέψει κάτι
χρήσιμο σ' αὐτόν».
79. Τόσο μεγάλη καί τόσο
πολύ αναγκαία φροντίδα θεωροῦσε ὁ Πυθαγόρας, ὅτι ἔπρεπε νά ὑπάρχει γιά τίς
ἐπιστῆμες πρίν τή φιλοσοφία. Καί έκανε εξαιρετική τιμή καί ἀκριβέστατη ἐξέταση
στη διδασκαλία καί τή μετάδοση τῶν δογμάτων του, ὑποβάλλοντας σ' ἔλεγχο καί
τακτοποιώντας τά νοήματα τῶν συνομιλητών του (μαθητών του) με ποικίλα διδάγματα
καί μέ μύριους τρόπους επιστημονικῆς ἐξέτασης.
IH
80. Μετά απ' αυτά λοιπόν ἄς
διηγηθοῦμε, πώς διαίρεσε αὐτούς, πού αὐτός ἐνέκρινε (ὡς μαθητές), καθέναν
χωριστά σύμφωνα μέ τήν ἀξία του. Γιατί δέν ἄξιζαν νά παίρνουν μέρος όλοι ίσα
ἀφοῦ δέν ἦταν τῆς ἴδιας φύσης, οὔτε πάλι ἦταν δίκαιο ἄλλοι μέν νά παίρνουν
μέρος στα πιό πολύτιμα ακροάματα καί ἄλλοι σέ κανένα ή καθόλου νά μή
συμμετέχουν. Γιατί αὐτό βέβαια θά ἦταν ἀκοινώνητο (άδικο) καί ἄνισο (γιατί δύσκολα
θά ἀνακοινώνονταν καί άνισα θά διαμεριζόταν). Επομένως, ἐνῶ μετέδιδε τή μερίδα
ἀπ ̓ τούς λόγους του πού ταίριαζε σε καθένα, αὐτός εὐεργετοῦσε τόσο πολύ, ὅσο
ἦταν δυνατόν, ὅλους αυτούς καί διατηροῦσε τήν ἀναλογία τῆς δικαιοσύνης μέ τό νά
κάνει καθένα μέτοχο τῶν ἀκροαμάτων του σύμφωνα μέ τήν ἀξία του. Γι’ αυτό λοιπόν
τό λόγο ἄλλους μέν τούς ὀνόμασε «Πυθαγόρειους» καί ἄλλους δέ «Πυθαγοριστές»,
όπως ἀκριβῶς μερικούς ὀνομάζουμε «Αττικούς» καί ἄλλους «Αττικιστές». Ἀφοῦ
διεμοίρασε ἔτσι, ὅπως ἔπρεπε τά ὀνόματα, ἀνακήρυξε τους πρώτους «γνήσιους»,
τούς ἄλλους καθόρισε δέ νά ὀνομάζονται «ζηλωτές» τῶν πρώτων.
84
81. Καί ἡ περιουσία τῶν
Πυθαγορείων καί ταυτόχρονα ή συμβίωση διέταξε να γίνει κοινή καί νά ὑπάρχει σ'
ὅλο τό διάστημα. Οι άλλοι ὅμως, ἐπέτρεψε, νά ἔχουν Ιδιωτικές περιουσίες καί
ὅταν συνέρχονται (κατά τίς συνελεύσεις) να συζητούν μεταξύ τους στον ίδιο τόπο.
Κι έτσι παραδίδεται, πώς
κατά δύο τρόπους καθορίστηκε αὐτή ἡ διαδοχή ἀπό τόν Πυθαγόρα. Σύμφωνα πάλι μ'
άλλη ἐκδοχή, δύο ὑπῆρξαν τά εἴδη τῆς φιλοσοφίας. Δύο δηλαδή ἦταν τά εἴδη αὐτῶν
πού φιλοσοφοῦσαν, οι « ̓Ακουσματικοί» καί οι «Μαθηματικοί». Ἔτσι λοιπόν οι μέν
Μαθηματικοί θεωροῦνταν ἀπό τούς ἄλλους Πυθαγόρειοι, αὐτοί ὅμως (οι Μαθηματικοί)
δέν παραδέχονταν τούς Ακουσματικούς (ως Πυθαγόρειους) οὔτε ὅτι οἱ θεωρείες τους
πηγάζουν ἀπ' τόν Πυθαγόρα, ἀλλ ̓ ἀπ' τόν Ιππασο. Καί ἄλλοι θεωροῦν τόν Ιππασο
Κροτωνιάτη, ἄλλοι δέ Μεταποντίνο.
82. Η φιλοσοφία τῶν ̓Ακουσματικῶν ἀποτελεῖται ἀπό ἀκροάματα χωρίς ἀποδείξεις καί αιτιολογίες, (συνάφειες) ότι δηλαδή ἔτσι πρέπει νά γίνονται. Καί τ' ἄλλα, ὅσα ειπώθηκαν ἀπό κεῖνον, αυτά προσπαθοῦν νά τά φυλάνε σάν νά ἦταν θεϊκά δόγματα. Αὐτοί δέ οὔτε ιδιοποιούνται κάτι ἀπ' αὐτά γιά νά τό ποῦν μόνοι τους, οὔτε πρέπει νά τό λένε. Αλλά καί ἀπ' αὐτούς τούς δικούς τους θεωροῦν πιό σώφρονες ἐκείνους πού διατήρησαν τά πιό πολλά ἀκροάματα. Καί όλ' αυτά πού ὀνομάζονται ἔτσι, «ἀκροάματα», ἔχουν μοιραστεί σε τρία είδη: μερικά μέν ἀπαντοῦν στήν ερώτηση, τί υπάρχει ἄλλα σέ ποιό (εἶναι) τό κατ' ἐξοχή (καλύτερο)· καί ἄλλα τί ἐπιτρέπεται νά κάνει κανείς καί τί νά μήν κάνει. Τά μέν «τί εἶναι», λοιπόν τέτοια περίπου (εἶναι): «τί εἶναι οἱ νῆσοι τῶν μακαρίων; ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη». «Τί εἶναι τό Μαντείο των Δελφῶν; ή Τετρακτίς»· πράγμα τό ὁποῖο εἶναι ἁρμονία, που βρίσκονται οι Σειρήνες. Καί τό ποιό (εἶναι) τό κατ' ἐξοχή (καλύτερο), όπως περίπου: «ποιό (είναι) τό σωστότερο (τό πλέον ἁρμόζον); ή θυσία (προσφορά)». Ποιό τό σοφότατο; ὁ ἀριθμός καί δεύτερο ή (θέση) τοποθέτηση (τῶν σωστῶν) ὀνομάτων στά πράγματα. Ποιό τό πιό σοφό, σ' ἐμᾶς, ἡ ἰατρική. Ποιό τό ὡραιότατο; ἡ ἁρμονία.

Comments
Post a Comment